www.syriza.gr

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Ευρώπη «πολλαπλών ταχυτήτων» ή «πολλαπλών επιλογών»;»

*Άρθρο του Πρωθυπουργού, Αλέξη Τσίπρα, στην Εφημερίδα των Συντακτών


Το ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται σήμερα σε κρίση προσανατολισμού δεν είναι κάτι που θα έπρεπε να μας αιφνιδιάζει ή να μας προκαλεί έκπληξη. Τα τελευταία χρόνια, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα δοκιμάστηκε απέναντι σε δύο κρίσεις, την οικονομική και την προσφυγική, και τα συμπεράσματα δεν είναι καθόλου ενθαρρυντικά.

Η πολιτική της λιτότητας και των αυστηρών δημοσιονομικών περιορισμών αύξησε τις αποστάσεις και τις ταχύτητες ανάμεσα στις ευρωπαϊκές οικονομίες και έχει επιδεινώσει ακόμα περισσότερο το πρόβλημα της κοινωνικής συνοχής. Από την άλλη, η προσφυγική κρίση ήρθε να ενδυναμώσει τάσεις ξενοφοβίας και ευρωσκεπτικισμού στα συντηρητικά κοινωνικά στρώματα, να ενισχύσει πολιτικά τον ακροδεξιό λαϊκισμό και, βεβαίως, να δοκιμάσει την ενότητα, τη συνοχή και το κύρος της Ένωσης, στην υλοποίηση κοινών δεσμεύσεων και αποφάσεων.

Η οικονομική και γεωπολιτική αβεβαιότητα ενισχύεται τόσο από τις συνέπειες του Brexit όσο και από τα αχαρτογράφητα δεδομένα που προκύπτουν με τις εξελίξεις στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ενώ οι κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις σε σημαντικές ευρωπαϊκές χώρες τη χρονιά που διανύουμε, με δεδομένη τη ραγδαία αύξηση της πολιτικής επιρροής, όχι απλά του ευρωσκεπτικισμού, αλλά του ευρωαρνητισμού, διαμορφώνουν ένα κλίμα αυξανόμενης ανησυχίας, όχι μόνο για το μέλλον και τον χαρακτήρα, αλλά για την ίδια την ύπαρξη της Ένωσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, είναι θεμιτό να ανοίξει ο διάλογος και να παρθούν αποφάσεις με γενναιότητα. Το χειρότερο, που θα μπορούσαμε να κάνουμε, είναι να θεωρούμε ότι δεν αρμενίζουμε στραβά, αλλά ότι είναι ο γιαλός στραβός. Η συζήτηση βρίσκεται, βέβαια, ακόμα στην αρχή της, αλλά δεδομένων των συνθηκών, αναμένεται να προχωρήσει γρήγορα.

Θα είναι, λοιπόν, ιδιαίτερα εποικοδομητικό να διατυπώσουν όλοι οι εμπλεκόμενοι, ευθέως και με κάθε ειλικρίνεια, αυτό που έχουν στο μυαλό τους. Τα κράτη - μέλη πρέπει να δώσουν ώθηση στη συζήτηση αυτή, προσδιορίζοντας τους κανόνες, τα όρια και το περιεχόμενο που θα χαρακτηρίζουν το μέλλον της Ευρώπης, έτσι ώστε να μην υπάρξει καμία νέα οπισθοδρόμηση στο ευρωπαϊκό κεκτημένο και να αποκλειστεί οποιοδήποτε ενδεχόμενο de facto διχασμού της ενωμένης Ευρώπης.

Από την άλλη, δεν είναι κρίσιμο μόνο το να πάρουμε τις ορθές αποφάσεις, αλλά και το να είναι ρεαλιστικές και υλοποιήσιμες, στο πλαίσιο βέβαια που διαμορφώνει ο υπάρχων συσχετισμός. Και δεν αναφέρομαι μόνο στον πολιτικό συσχετισμό, αλλά και σε αυτόν ανάμεσα σε 27 χώρες με διαφορετικές προτεραιότητες, οικονομικές δυνατότητες, αλλά και πολιτική κουλτούρα.

Μπροστά στην κατάσταση αυτή και τις υπάρχουσες ισορροπίες, είναι προφανές ότι η διακήρυξη των κρατών- μελών για «ολοένα στενότερη Ένωση» έχει χάσει τη δυναμική και το περιεχόμενό της. Αντίθετα, αυτό που φαίνεται να κυριαρχεί είναι η τάση ολοένα και περισσότερο για μια Ευρώπη «κατ' επιλογήν». Δηλαδή, μια Ευρώπη «α λα καρτ», στην οποία ο καθένας θα επιδιώκει να αποσπά το μέγιστο των ωφελημάτων, να συμμετέχει στην ενιαία αγορά, τα διαρθρωτικά ταμεία και το ταμείο συνοχής, αλλά να συνεισφέρει, από την πλευρά της, επιλεκτικά.

Αυτό είδαμε, πεντακάθαρα, στο Προσφυγικό, με την άρνηση κάποιων κρατών να υλοποιήσουν τις, δεσμευτικές για όλους, μετεγκαταστάσεις και την οχύρωσή τους πίσω από φράχτες και κλειστά σύνορα. Η πρακτική αυτή, κινδυνεύει να εκφυλλίσει την ΕΕ σε μια ζώνη ελεύθερων εμπορικών συναλλαγών. Η υπονόμευση της αλληλεγγύης ανάμεσα στους εταίρους, είναι μια ιδιαίτερα ανησυχητική ένδειξη για το επίπεδο και την ποιότητα της ευρωπαϊκής συνοχής. Εξ ίσου ανησυχητική είναι η διαφαινόμενη, σε πολλές χώρες, ενίσχυση της ακροδεξιάς και του απομονωτισμού, που επιβεβαιώνει την τεράστια κρίση εμπιστοσύνης ευρύτατων κοινωνικών ομάδων απέναντι στο ευρωπαϊκό μοντέλο.

Είναι όμως η απάντηση σε αυτή τη προφανή αδυναμία, η «Ευρώπη των πολλαπλών ταχυτήτων»; Θα πρέπει να σκεφτούμε προσεκτικά πριν απαντήσουμε το ερώτημα.

Οι ορειβάτες που προχωρούν έχοντας έναν σκοινί να τους συνδέει, κινούνται με ενιαία ταχύτητα. Αν το καταργήσουν, διαμορφώνεται ένα νέο πλαίσιο με δυνατότητα για πολλές ταχύτητες. Επαφίεται στην δύναμη και στις ικανότητες του καθένα το να παραμείνει σε επαφή με την ομάδα των πιο ισχυρών ή να βαδίσει μόνος του, προς όποια κατεύθυνση νομίζει. Αυτό δεν σημαίνει περισσότερη ελευθερία. Σημαίνει κατάργηση της ευθύνης που έχουν οι περισσότερο ισχυροί για τους περισσότερο αδύναμους. Είναι προφανές ότι ένα τέτοιο μοντέλο, όπου οι ισχυροί βάζουν τους κανόνες για τον εαυτό τους και ο καθένας είναι ελεύθερος να τους ακολουθήσει ή να καταστραφεί, δεν μπορεί να είναι αποδεκτό. Ούτε σε επίπεδο κοινωνίας, αλλά ούτε και ως προοπτική για το ευρωπαϊκό μέλλον.

Από την άλλη, αν διασφαλίσουμε ότι όλοι είμαστε σε ένα πλοίο που πηγαίνει με την ίδια ταχύτητα, δεν είναι δυνατόν, επειδή ορισμένοι επιθυμούν να μείνουν στις καμπίνες τους, να κλειδώνουμε τις πόρτες σε όσους επιθυμούν να βγουν στο κατάστρωμα.

Αν, λοιπόν, χρειαζόμαστε έναν επανακαθορισμό της σημερινής κατάστασης, είναι καλύτερα να μιλάμε όχι για Ευρώπη των «πολλών ταχυτήτων», αλλά των «πολλαπλών επιλογών». Αν η Ευρώπη της επόμενης ημέρας θέλει να δώσει την δυνατότητα σε «αυτούς, που θέλουν περισσότερα, να κάνουν περισσότερα», και να επιδιώξουν διαφοροποιημένους βαθμούς ολοκλήρωσης, αυτό πρέπει να καταστεί εφικτό μέσα από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που θα διασφαλίζουν τον ανοιχτό, δημοκρατικό και συνεκτικό χαρακτήρα της Ένωσης.

Τι σημαίνει αυτό πρακτικά;
                Πρώτον, ότι κάθε συζήτηση προς αυτή την κατεύθυνση και πολύ περισσότερο κάθε απόφαση, θα πρέπει να γίνει μέσα στο πλαίσιο των Συνθηκών, των κανόνων και των διαδικασιών που ισχύουν σήμερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και στην βάση των όσων προβλέπονται από την Συνθήκη της Λισαβόνας, που είναι σήμερα το «σύνταγμα» της ΕΕ.
                Δεύτερον, ότι η περαιτέρω εμβάθυνση σε συγκεκριμένους τομείς πολιτικής, θα πρέπει να ξεκινάει από το σημερινό επίπεδο ενισχυμένης συνεργασίας, εκεί όπου αυτό υπάρχει και να μην συνιστά οπισθοδρόμηση. Θα πρέπει, δηλαδή, να εγκαταλειφθεί κάθε σκέψη διάσπασης των σημερινών θεσμών μεγαλύτερης εμβάθυνσης, όπως είναι η ευρωζώνη και ο χώρος Σέγκεν.
                Τρίτον, θα πρέπει να εγκαταλειφθεί κάθε ιδέα για κλειστά «κλαμπ» ισχυρών, με δικούς τους εσωτερικούς κανόνες, από τους οποίους θα αποκλείεται οποιοσδήποτε τρίτος, όπως θα πρέπει να εγκαταλειφθεί και η ιδέα ενός σκληρού πυρήνα εντός ευρωζώνης, γύρω από τον οποίο οι υπόλοιπες χώρες θα κινούνται αναγκαστικά σαν δορυφόροι. Οποιοδήποτε επίπεδο ενισχυμένης συνεργασίας θα πρέπει να είναι ανοιχτό και ελεύθερα προσβάσιμο σε όλα τα κράτη - μέλη. Τέλος,
                Τέταρτον, θα πρέπει, επίσης, να αποτρέψουμε την εξασθένιση των ευρωπαϊκών πολιτικών της συνοχής και της σύγκλισης. Δηλαδή εκείνων των πολιτικών που δίνουν υπόσταση στην αρχή της αλληλεγγύης και εγγυώνται ότι η Ευρώπη των πολλών επιλογών, δεν σημαίνει την αποδόμηση και το τέλος της σημερινής Ευρώπης.

Η Ελλάδα, η οποία σε πείσμα κάποιων καλοθελητών βρίσκεται πολύ κοντά στους στόχους της δεύτερης αξιολόγησης, της ποσοτικής χαλάρωσης και των μεσοπρόθεσμων μέτρων βιωσιμότητας του χρέους, βγαίνει από ένα μακρύ και σκοτεινό τούνελ μετά από επτά ολόκληρα χρόνια. Ο ελληνικός λαός έχει κουβαλήσει στις πλάτες του δυσανάλογο βάρος στο όνομα της Ευρώπης, αφού βρεθήκαμε στο επίκεντρο τόσο της οικονομικής όσο και της προσφυγικής κρίσης. Και σηκώσαμε το βάρος, δεδομένης της επιλογής μας να παραμείνει η χώρα στον πιο προωθημένο πυρήνα ολοκλήρωσης, στην ευρωζώνη και στο Σέγκεν. Δικαιούμαστε, λοιπόν, να έχουμε πρωταγωνιστικό ρόλο στην συζήτηση για το μέλλον της Ευρώπης.

Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση αυτή πρέπει να έχει στο επίκεντρό της μια ευρωπαϊκή στρατηγική αναπροσανατολισμένη στην ανάπτυξη και την αλληλεγγύη. Αλλιώς, το ρήγμα μεταξύ ευρωπαϊκών θεσμών και ευρωπαϊκών κοινωνιών, συνεχώς θα διευρύνεται, όχι μόνο στις λιγότερο, αλλά και στις περισσότερο ισχυρές οικονομικά χώρες.

Η προοδευτική Ευρώπη, τα συνδικάτα και οι κοινωνικές δυνάμεις, οι πολιτικοί χώροι της αριστεράς, της σοσιαλδημοκρατίας και της οικολογίας, πρέπει επίσης να αναζητήσουν έναν νέο ηγεμονικό ρόλο στις εξελίξεις. Να εργαστούν από κοινού, χωρίς κανενός είδους ιδιοτέλεια και προκαταλήψεις, για την συγκρότηση μιας προοδευτικής εναλλακτικής ατζέντας για την Ευρώπη, που θα διεκδικήσει την δημοκρατική πλειοψηφία, με κύριους στρατηγικούς στόχους την εδραίωση της δημοκρατίας, την κατοχύρωση της αξιοπρεπούς εργασίας, την υπεράσπιση του κοινωνικού κράτους και την μείωση των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων.


Μια τέτοια ατζέντα είναι η μόνη αποτελεσματική απάντηση στις δυνάμεις του ακροδεξιού λαϊκισμού, του απομονωτισμού και της ξενοφοβίας και, επομένως, ο μόνος τρόπος να κρατήσουμε την Ευρώπη ενωμένη. Ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε, είναι ο δρόμος που οδηγεί σε μια δημοκρατική και κοινωνική Ευρώπη. Άλλος «καθαρός διάδρομος» για το μέλλον δεν υπάρχει. 

Τετάρτη, 8 Μαρτίου 2017

Πρόσκληση σε ολομέλεια του τμήματος Μεταφορών & Οδικής Ασφάλειας στις 18/3

Το ΤΜΟΑ ως μετεξέλιξη του Τμήματος Μεταφορών και Δικτύων, σύμφωνα με το καταστατικό του κόμματος, αποτελεί τη δεξαμενή σκέψης του ΣΥΡΙΖΑ στη χάραξη πολιτικής για τις μεταφορές και την Οδική Ασφάλεια.
Για την ευόδωση του βασικού του σκοπού, το ΤΜΟΑ :
  1. Επανασυγκροτεί λίστα συμμετεχόντων του Τμήματος και καλεί να εγγραφούν με αίτηση τους (σύμφωνα με το συνημμένο υπόδειγμα ) μέχρι 11/3/2017 και ώρα 11.00 όσοι ενδιαφέρονται και :
  • είναι μέλη του κόμματος,
κ α ι
  • το επάγγελμά τους, το επιστημονικό τους πεδίο ή το πεδίο της δράσης τους είναι συναφές με το αντικείμενο του τμήματος.
  1. Συγκαλεί ολομέλεια στα γραφεία των οργανώσεων του ΣΥΡΙΖΑ (Κολωνού & Λεωνίδου) στο Μεταξουργείο το Σαββάτο 18/3/2017 στις 11:00 και καλεί να συμμετέχουν όσους εγγράφτηκαν στη λίστα συμμετεχόντων μέχρι τις 11/3/2017 και ώρα 11.00. Η ολομέλεια συγκαλείται σύμφωνα με τον κανονισμό λειτουργίας των τμημάτων και τά άρθρα 20 και 30 του καταστατικού με τα ακόλουθα θέματα:
  • Επικαιροποίηση των στόχων, της δομής και των αντικειμένων του Τμήματος
  • Εκλογή Γραμματείας του ΤΜΟΑ (υποβολή υποψηφιοτήτων μέχρι 11/3/2017)
Σύμφωνα με το καταστατικό και τον κανονισμό λειτουργίας, δικαίωμα εκλέγειν και εκλέγεσθαι έχουν τα μέλη του κόμματος (που γράφτηκαν σε οργανώσεις μελών νωρίτερα από τις 18/1/2017), είναι τακτοποιημένα οικονομικά και είναι εγγεγραμμένα στην λίστα συμμετεχόντων του Τμήματος. Αντίθετα, η συμμετοχή στις εργασίες του Τμήματος δεν υπόκειται στην παραπάνω προϋπόθεση.
Ευελπιστούμε στη μεγαλύτερη δυνατή συμμετοχή σας.
Η Γραμματεία του Τμήματος Μεταφορών & Οδικής Ασφάλειας
Ο Δ Η Γ Ι Ε Σ
1) Όλες οι αιτήσεις εγγραφής και υποβολής υποψηφιοτήτων θα συμπληρώνονται σύμφωνα με το συνημμένο υπόδειγμα και θα αποστέλλονται στην ηλεκτρονική διεύθυνση tmd@syriza.gr ή το syriza.yme@gmail.com μέχρι την 11/3/2017 και ώρα 11.00.
2) Την πρόσκληση και την αίτηση μπορείτε να την «κατεβάσετε» ηλεκτρονικά από εδώ ή να ζητήσετε να σας σταλούν από τα παραπάνω mail.

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017

Πολιτική Απόφαση Κεντρικής Επιτροπής ΣΥΡΙΖΑ 11–12 Φεβρουαρίου 2017




Διεθνές Περιβάλλον
Ο νέος χρόνος έδειξε από την αρχή ότι θα είναι κρίσιμος για την πορεία του τόπου και της Ευρώπης, αλλά και για τις διεθνείς σχέσεις γενικότερα, δεδομένων και των εκλογικών αναμετρήσεων όπως στην Γερμανία και την Γαλλία καθώς και του διαρκώς διογκωμένου ρεύματος του ακροδεξιού ευρωσκεπτικισμού. Η Ελλάδα παραμένει πυλώνας σταθερότητας σ’ ένα αποσταθεροποιημένο τόξο που ξεκινάει από τα Βαλκάνια και φτάνει μέχρι την Βόρειο Αφρική. Ο νεοφιλελευθερισμός και ο χρηματοπιστωτικός καπιταλισμός δεν μπορεί να αποτελούν το υπόδειγμα για το μέλλον. Όσοι σήμερα επιμένουν στο ίδιο δόγμα, το μόνο που προσφέρουν είναι η διεύρυνση της κρίσης αντιπροσώπευσης μεταξύ των πολιτικών συστημάτων και των κοινωνιών. Η εκλογή Τραμπ στις ΗΠΑ, η εθνοκεντρική κατεύθυνση ψήφος υπέρ του Brexit στη Βρετανία, η ανάδυση της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς, αλλά και η συνέχιση του πολέμου στη Μ. Ανατολή καταδεικνύουν την επείγουσα ανάγκη ριζικών αλλαγών στην κατεύθυνση της διασφάλισης της ειρήνης, της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης.
Ο νέος πρόεδρος των ΗΠΑ, εξελέγη προβάλλοντας τη «νέα» συντηρητική ατζέντα ως «απάντηση στην παγκοσμιοποίηση και το μέχρι τώρα καθεστώς». Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα ακραία αυταρχικό πλέγμα πολιτικής, που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την καθολική ρήξη με το κράτος δικαίου σε ζητήματα κοινωνικών δικαιωμάτων και πολιτικών ελευθεριών, με ρητορεία που θέτει στο προσκήνιο την ισλαμοφοβία, τον σεξισμό και το ρατσισμό ακόμη και εναντίον μεγάλης μερίδας της ίδιας της αμερικανικής κοινωνίας (γυναίκες, λατίνοι, μουσουλμάνοι, ΛΟΑΤΚΙ). Ο Τραμπ παρόλο που έχει ήδη ακυρώσει την TPP (συμφωνία ελεύθερου εμπορίου του Ειρηνικού) και ζητά αναθεώρηση της NAFTA (συμφωνία ελεύθερου εμπορίου της Βόρειας Αμερικής), επιδιώκει την ίδια στιγμή τη σύναψη διμερών συμφωνιών ελεύθερου εμπορίου, πιθανότατα με εξίσου επαχθείς ή και χειρότερους κοινωνικά και περιβαλλοντικά όρους, με τη Μ.Βρετανία και άλλες χώρες. Μέσω του «προστατευτισμού» ο Τραμπ εκείνο που επιθυμεί δεν είναι η ανάσχεση του ανεξέλεγκτου ελεύθερου εμπορίου, αλλά η αναδιάταξη των κανόνων του διεθνούς εμπορίου σε μια κατεύθυνση υποκατάστασης του σημερινού μοντέλου διεθνών συμφωνιών από ακόμη πιο αντιδραστικές διμερείς συμφωνίες με ακόμη δυσχερέστερους όρους υποτέλειας έναντι των ΗΠΑ. Τα παραπάνω σηματοδοτούν την μετάβαση σε μια νέα περίοδο ανταγωνιστικών νομισματικών υποτιμήσεων, όπου οι ΗΠΑ και το δολλάριο επιδιώκουν την απόλυτη κυριαρχία στο διεθνές περιβάλλον.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, αποτελούν πηγή ελπίδας οι συγκλονιστικές κινητοποίησεις εναντίον των προθέσεων του Τραμπ εντός και εκτός ΗΠΑ. Η πρόκληση για τις δυνάμεις της ευρύτερης αριστεράς είναι η οικοδόμηση σχέσεων αλληλεγγύης και συνεργασίας με το κίνημα αυτό, προς όφελος της ειρήνης και της δημοκρατίας σε όλο τον κόσμο. 

Η Ε.Ε. εισέρχεται στο νέο διεθνές σκηνικό ευρισκόμενη σε βαθύτατη συστημική κρίση, με τα κοινωνικά δικαιώματα που κατακτήθηκαν με αγώνες αιώνων, να αμφισβητούνται από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Τα βασικά χαρακτηριστικά της κρίσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης αφορούν την έναρξη της διαδικασίας εξόδου της Βρετανίας, την ιταλική τραπεζική κρίση, την κρίση διαχείρισης των μεταναστευτικών ροών, αλλά και τα κεντρικά ερωτήματα σε σχέση με την παραπέρα θεσμική και πολιτική υπόσταση της ΕΕ, σε μια περίοδο που η κραυγαλέα αποτυχία του νεοφιλελεύθερου μοντέλου ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και η συνέχιση της κρίσης τροφοδοτεί την ευρωπαϊκή Ακροδεξιά, της δίνει κεντρικό ρόλο, ακόμη και επίδοξου διαχειριστή της εξουσίας σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Σ’ αυτό έχει συντελέσει και η υπερσυσσώρευση του πλούτου στις χώρες του Βορρά εις βάρος των λαών του Νότου.
Μετά από χρόνια νεοφιλελεύθερης συναίνεσης με τη Δεξιά, η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με τα αδιέξοδα που προκάλεσε αυτή ακριβώς η στρατηγική της επιλογή. Μερίδα σοσιαλιστικών/σοσιαλδημοκρατικών κόμματων φαίνεται να αντιλαμβάνεται σήμερα το αδιέξοδο της στρατηγικής του «Μεγάλου Συνασπισμού» και διαφοροποιείται (όχι χωρίς αντιφάσεις) σε σημαντικά ζητήματα, σχετικά με τη στρατηγική της λιτότητας και του δημοσιονομικού αυταρχισμού. Στη Γερμανία οι Σοσιαλδημοκράτες ενισχύονται σημαντικά μετά την ανάδειξη Σουλτς σε επικεφαλής της εκλογικής τους εκστρατείας. Το βάρος πέφτει στο SPD. Εάν θα επιλέξει τη συνέχιση του καταστροφικού για την Ευρώπη μεγάλου συνασπισμού με τη Χριστιανοδημοκρατία ή θα κάνει το ιστορικό βήμα για μια κυβερνητική προγραμματική συμφωνία με την Αριστερά και τους Πρασσίνους. Η εκλογή του Μ. Αμόν στις προκριματικές εκλογές των Γάλλων Σοσιαλιστών αποτελεί θετικό βήμα προοδευτικής απάντησης της βάσης των Σοσιαλιστών έναντι της πολιτικής απαξίωσης του κόμματός τους λόγω της ασκούμενης κυβερνητικής πολιτικής. Η υποψηφιότητα Αμόν θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά το πολιτικό σκηνικό στις προεδρικές εκλογές, εφόσον δρομολογήσει διεργασίες για μια κοινή προεδρική υποψηφιότητα της ευρείας Αριστεράς και οικολογίας, στη βάση ενός κοινού κυβερνητικού προγράμματος.

Τετάρτη, 25 Ιανουαρίου 2017

Ρ. Σβίγκου: Δύο χρόνια διαρκούς μάχης απέναντι στους ισχυρούς

Αποσπάσματα συνέντευξης της εκπροσώπου Τύπου του ΣΥΡΙΖΑ, στο Πρώτο Πρόγραμμα (Μαρία Γεωργίου)
25 Ιανουαρίου σήμερα, ο ΣΥΡΙΖΑ κλείνει δύο χρόνια στη διακυβέρνηση της χώρας. Η ερώτηση θα είναι λακωνική Είναι θετικός ο απολογισμός;
Σίγουρα είναι θετικός. Κατ’  αρχήν ήταν δύο χρόνια τα οποία ήταν πολύ πυκνά σε εξελίξεις. Ήταν δύο χρόνια μιας διαρκούς μάχης, θα έλεγα, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, απέναντι σε πολύ ισχυρές δυνάμεις στην Ευρώπη που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, είτε ήθελαν να καθυποτάξουν τη χώρα σε μια διαρκή μέγγενη λιτότητας –και συνεχίζουν να το θέλουν αυτό- είτε προσπάθησαν πολύ ευθαρσώς να τελειώσουν μαζί της, με το σχέδιο της αριστερής παρένθεσης. Σε κάποιων το μυαλό αυτό εξακολουθεί να παραμένει ως ανομολόγητη επιθυμία. Την ίδια στιγμή όμως υπήρξε μια διαρκής μάχη από την πλευρά της αριστερής κυβέρνησης να αλλάξει τους συσχετισμούς στην Ευρώπη, να αλλάξει τη συζήτηση και από εκεί που το ελληνικό ζήτημα ήταν ένα πρόβλημα το οποίο κάθε φορά επιλύονταν με νέα μέτρα, να είναι σήμερα ένας παράγοντας ο οποίος διαφοροποιεί και τις πολιτικές δυνάμεις σε επίπεδο Ευρώπης. Γι αυτό βλέπουμε και τη μετατόπιση των σοσιαλιστικών κομμάτων στην Ευρώπη, τα οποία φαίνονται διατεθειμένα πολύ περισσότερο σε σχέση με το πρόσφατο παρελθόν να αντιπαρατεθούν στην παντοδυναμία του…
Τα οποία βέβαια φαίνεται να είναι σε υποχώρηση τα σοσιαλιστικά κόμματα στην Ευρώπη. Άρα η συζήτηση περί συσχετισμών…
Βρισκόμαστε μπροστά σε εκλογικές αναμετρήσεις. Αυτή τη στιγμή η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε ένα υπαρξιακό δίλημμα το οποίο θα κρίνει την ίδια της την ταυτότητα και το ίδιο της το μέλλον τα επόμενα χρόνια. Το αν δηλαδή θα ακολουθήσει το δρόμο της ακροδεξιάς και το δρόμο της απομόνωσης και της λιτότητας ή αν θα υπάρξουν προοδευτικές απαντήσεις. Έχουμε δει ότι και το Brexit και η αβεβαιότητα που προκαλούν μια σειρά ακροδεξιές δυνάμεις στην Ευρώπη σίγουρα αμφισβητούν τις αξίες της και τον κοινό δρόμο των ευρωπαϊκών λαών…
Και όχι μόνο αυτό. Το τιμόνι η Ευρώπη φαίνεται προς τα δεξιά να το παίρνει. Από ποια άποψη το λέω. Ότι ακόμη και ο επικεφαλής του Ευρωκοινοβουλίου ο κ. Ταγιάνι εξελέγη και μάλιστα στηριζόμενος σε ψήφους κομμάτων που είναι ξενοφοβικά. Ενώ μέχρι τώρα είχαμε συνεργασία ΕΛΚ, Χριστιανοδημοκρατών και Σοσιαλιστών.
Ναι, αλλά να πούμε και για τις αυξημένες ψήφους του υποψήφιου των Σοσιαλιστών.
Εκτός όμως απ’  αυτή τη μάχη για την Ευρώπη, υπάρχει και μια μάχη στο εσωτερικό της χώρας.
Ναι.. Κι εδώ επειδή μου είπατε σίγουρα, η πρώτη λέξη σας ήταν μάλιστα, δεν το σκεφτήκατε, σίγουρα είναι θετικός ο απολογισμός… Εγώ σας ρωτώ από την άποψη ότι ήταν και είναι μεγάλη η απόσταση απ’ αυτά που πιστεύατε και είχατε στο πρόγραμμά σας μέχρι αυτά τα οποία αναγκαστήκατε να ψηφίσετε και να υλοποιήσετε.
Ήταν μια πορεία την οποία ακολούθησε η ελληνική κυβέρνηση μέσα από διαρκείς εκβιασμούς και πιέσεις, απέναντι σε ασύμμετρες δυνάμεις. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε και στη συνέχεια υπογράφηκε η συμφωνία του Αυγούστου, νομίζω ότι θυμόμαστε όλοι. Όπως δεν γίνεται να ξεχάσουμε τα θετικά βήματα, τις θετικές κινήσεις και τα θετικά νομοθετήματα τα οποία έχει φέρει η ελληνική κυβέρνηση. Και στο επίπεδο της συμφωνίας, όπου τα χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα επέτρεψαν μια ηπιότερη δημοσιονομική προσαρμογή, χωρίς εδώ να θέλω σε καμία περίπτωση να αμφισβητήσω τα βάρη τα οποία έχουν φορτωθεί στις πλάτες τους οι Έλληνες πολίτες, με μέτρα πολύ επίπονα, πολύ δύσκολα τα οποία θέλουμε να τελειώσουν. Όπως επίσης δεν μπορούμε να ξεχάσουμε μια σειρά θετικών μεταρρυθμίσεων που έχουν γίνει και στον τομέα της Παιδείας και στον τομέα της Υγείας με την πρόσβαση των  ανασφάλιστων στο δημόσιο σύστημα, με την κατάργηση του 5ευρου, με τις προσλήψεις στο δημόσιο σύστημα υγείας όπως και στο δημόσιο σύστημα παιδείας. Όπως επίσης μια σειρά κινήσεων που γίνονται και στην πάταξη της διαφθοράς.
Μόλις τη Δευτέρα βγήκε το πόρισμα της εξεταστικής για τα δάνεια. Έχουν λυθεί πλέον τα χέρια και της δικαιοσύνης ώστε να προχωρήσει με γοργά βήματα σε υποθέσεις που το προηγούμενο διάστημα, πριν από τα δύο χρόνια διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, δεν τολμούσε να αγγίξει. Υπήρχε μια ασυλία των ισχυρών την οποία κανένας δεν ήθελε να αμφισβητήσει. Κι όχι μόνο δεν ήθελε να αμφισβητήσει, αλλά με μια σειρά νομοθετημάτων των προηγούμενων κυβερνήσεων δημιουργούσε ένα πλέγμα ασυλίας και ασυδοσίας…
Πάντως εδώ δεν είναι λίγοι αυτοί που περίμεναν κάτι σε πολύ υψηλότερους τόνους, από την άποψη ότι το θέμα είναι πολύ ψηλά και παραμένει απ’  ότι καταλαβαίνω και από τη συνέντευξη του πρωθυπουργού σήμερα το θέμα είναι πολύ ψηλά στην ατζέντα του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησης, και τελικά είχαμε μια απόφαση η οποία βάζει τη δικαιοσύνη, όπως πολλοί λένε, να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά…
Διαφωνώ εντελώς. Αποδείχτηκαν πολύ συγκεκριμένα πράγματα. Πρώτον, ότι οι τράπεζες δάνειζαν με αέρα τόσο τη Ν.Δ, και το ΠΑΣΟΚ με ιλιγγιώδη ποσά που φτάνουν τα 420 εκατομμύρια ευρώ, όσο και τα ΜΜΕ και αυτές οι δανειοδοτήσεις ήταν με αέρα, χωρίς εξασφαλίσεις, χωρίς εγγυήσεις, φτιάχνοντας ένα ιδιότυπο σύστημα διαπλοκής, στο οποίο ήταν ευνοημένοι οι πιο ισχυροί την ίδια στιγμή που οι Έλληνες πολίτες ούτε μπορούσαν να δανειοδοτηθούν από το τραπεζικό σύστημα βέβαια μ’  αυτούς τους όρους κι όταν δεν μπορούσαν να αποπληρώσουν τα δάνεια τους έχαναν τα σπίτια τους. Τα ΜΜΕ υποστήριζαν τις ασκούμενες πολιτικές. Θυμόμαστε πώς είχαν αντιμετωπίσει τα μνημόνια και πως εξυπηρετούσαν τις επικοινωνιακές στρατηγικές των δύο μεγάλων κομμάτων, ακριβώς επειδή ευνοούνταν από αυτό το τραπεζικό σύστημα. Και την ίδια στιγμή τα πολιτικά κόμματα λάμβαναν θαλασσοδάνεια. τα οποία ακόμα και σήμερα δεν μας έχουν διαφωτίσει ως προς το πώς θα καταφέρουν να τα αποπληρώνουν, για να προωθούν με τη σειρά τους μια οικονομική πολιτική προσαρμοσμένη στο να ευνοεί πάντα τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα και τους ισχυρούς.
Τώρα ο φάκελος έχει πάει στη δικαιοσύνη και πλέον έχει η δικαιοσύνη το λόγο.  Το ότι δεν έχουν προκύψει μέχρι τώρα ποινικές ευθύνες πολιτικών στελεχών που να εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου περί ευθύνης υπουργών, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν πολιτικά στελέχη για τα οποία υπάρχουν ενδείξεις…
Για τα οποία λέτε ότι θα αποφασίσει η δικαιοσύνη, αν θα τους παραπέμψει ή όχι….
Δεν υπάρχουν μέχρι στιγμής ποινικές ευθύνες για πρώην υπουργούς. Για πολιτικά στελέχη όμως κομμάτων υπάρχουν και μιλάμε για τους υπευθύνους των κομμάτων που έπαιρναν τα δάνεια.
Εδώ υπάρχει αυτή η πολύ σοβαρή καταγγελία χθες του βουλευτή των ΑΝ.ΕΛ. του κ. Καμμένου, ότι τελευταία στιγμή άλλαξαν πράγματα στο πόρισμα του ΣΥΡΙΖΑ γι  αυτό το συγκεκριμένο θέμα.
Όπως δήλωσε και ο πρόεδρος της Εξεταστικής Επιτροπής, ο κ. Μπαλωμενάκης, το τελικό πόρισμα της πλειοψηφίας της Εξεταστικής Επιτροπής δόθηκε Δευτέρα στους εισηγητές. Σε κάθε περίπτωση, τα όσα περιλαμβάνονται στο πόρισμα δεν είναι ούτε προσωπικές απόψεις, ούτε εκτιμήσεις, βασίζονται σε έγγραφα, βασίζονται σε καταθέσεις, βασίζονται στις κοπιώδεις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής και, όπως είπα και πριν, διαβιβάστηκαν όλα στη δικαιοσύνη για να συνεχιστεί η έρευνα.
Τώρα το γιατί επιλέγει ο κ. Καμμένος να κάνει αυτές τις δηλώσεις μία μέρα μετά την κατάθεση του πορίσματος,  σε Μέσο μάλιστα, στο «Πρώτο Θέμα» όπου έδωσε τη συνέντευξη, για το οποίο υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία μέσα στο φάκελο, είναι  κάτι για το οποίο θα πρέπει να ρωτήσετε τον ίδιο σχετικά με  το τι εξυπηρετούν τέτοιες δηλώσεις.
Επειδή είναι της συμπολίτευσης βουλευτής, δεν είναι της αντιπολίτευσης.
Ναι, με δεδομένο μάλιστα και ότι οι ΑΝΕΛ ψήφισαν το πόρισμα και το στηρίζουν σε όλες τις δημόσιες τοποθετήσεις τους. Σε κάθε περίπτωση, σας λέω ότι για τη διαδικασία έχει απαντήσει ο ίδιος ο πρόεδρος της Εξεταστικής, δηλαδή, σχετικά με το πότε δόθηκε το τελικό πόρισμα στους εισηγητές.
Ωραία. Και πάμε τώρα στο μεγάλο «κάδρο», το «κάδρο» της διαπραγμάτευσης. Σήμερα σε συνέντευξή του ο Πρωθυπουργός λέει «δεν υπάρχει περίπτωση να νομοθετήσουμε ούτε ένα ευρώ επιπλέον μέτρα». Το ερώτημα είναι, αν πιεστείτε, αν από αύριο Πέμπτη που έχουμε το Eurogroup και στο προσεχές που η κυβέρνηση ευελπιστεί ότι θα ξεκολλήσει η αξιολόγηση, θα τελειώσει, θα ολοκληρωθεί η αξιολόγηση, πιεστείτε για ψήφιση νέων μέτρων, τι θα κάνει η κυβέρνηση τότε;
Έχουμε δηλώσει σε όλους τους τόνους, αυτό κάνει και σήμερα ο Πρωθυπουργός, ότι δεν μπορούμε να δεχτούμε κανένα μέτρο για μετά το 2018. Αυτό που επιθυμούμε εμείς στο Eurogroup είναι να καταγραφεί η επιθυμία όλων των πλευρών για επίτευξη συμφωνίας, με δεδομένη, όπως είπα, τη δική μας διαφωνία σε οποιοδήποτε νέο μέτρο. Πρέπει να απομονωθούν εκείνες οι φωνές που θέλουν να υποτάξουν την Ευρώπη και την Ελλάδα σε μια  διαρκή  λιτότητα.
Αυτή τη στιγμή η καθυστέρηση οφείλεται στις διαφορές μεταξύ ευρωπαϊκών θεσμών και ΔΝΤ. Και δεν ευνοεί κανέναν, όχι μόνο την Ελλάδα, δεν ευνοεί ούτε την Ευρώπη που, όπως είπαμε και στην αρχή, έχει μπροστά της κάλπες σε μια σειρά από χώρες και έχει, βέβαια, μια αβεβαιότητα η οποία απορρέει από τις εξελίξεις σε Ιταλία, Μ.Βρετανία..  Με δεδομένο, μάλιστα, ότι το ελληνικό πρόγραμμα εξελίσσεται με υπεραπόδοση στους οικονομικούς στόχους που έχουν τεθεί, κανένας δεν μπορεί αυτή τη στιγμή να υποστηρίξει, με λογικά και οικονομικά επιχειρήματα ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να πετύχει τους στόχους της. Βεβαίως, το ΔΝΤ δεν δέχεται τις προβλέψεις της Κομισιόν και δεν δέχεται ότι η Ελλάδα μπορεί να πετύχει τους στόχους…
Εντάξει, το Ταμείο πιέζει και για μικρότερα πλεονάσματα, βέβαια, γι’ αυτό δεν δέχεται τις εκτιμήσεις, πιέζει για το 1,5….
Μπορεί το ΔΝΤ δημόσια να μιλάει για το χρέος και για την ανάγκη μικρότερων πρωτογενών πλεονασμάτων, βλέπουμε όμως στην πραγματικότητα ότι αυτό που κάνει είναι να πιέζει για περισσότερα μέτρα την ελληνική κυβέρνηση. Δεν πιέζει δηλαδή προς την πλευρά της Ευρώπης για το χρέος.
Αυτό που μαθαίνουμε είναι ότι ο κ. Τσακαλώτος θα προσέλθει αύριο στη συνεδρίαση των Ευρωπαίων υπουργών Οικονομικών, στο Eurogroup, παρουσιάζοντας τα μέτρα. Η γραμμή της ελληνικής κυβέρνησης, απ’ ότι έχουμε καταλάβει, είναι να έχουμε για ένα χρόνο επέκταση του «κόφτη», και για το 2019 και αν πέσουμε έξω στους στόχους να εφαρμοστούν τα μέτρα. Ακόμα και αν δεν πιέσουν οι δανειστές να ψηφιστούν αυτά τα μέτρα, αλλά πιέσουν την ελληνική κυβέρνηση να τα περιγράψει και να τα κοστολογήσει και γνωρίζοντας ότι το ΔΝΤ πιέζει για 4,5 δις μέτρα περίπου, εάν η κυβέρνηση πιεστεί σε αυτόν τον «κόφτη» να συμπεριλάβει αυτά τα μέτρα, ακόμα και αν δεν τα νομοθετήσει, θα είστε σύμφωνοι;
Σας είπα και πριν, εμείς δεν δεχόμαστε την ψήφιση κανενός μέτρου για μετά το 2018. Αυτό που έχει τονίσει ο κ. Τσακαλώτος σε όλες τις δημόσιες παρεμβάσεις του είναι ότι, εφόσον το ΔΝΤ επιμείνει σ’  αυτή τη θέση, ότι δηλαδή δεν μπορούν να βγουν τα πρωτογενή πλεονάσματα από την Ελλάδα, το μόνο που θα μπορούσε να δεχτεί ως συμβιβαστική πρόταση η ελληνική κυβέρνηση είναι την επέκταση του ήδη υπάρχοντος «κόφτη» για ένα χρόνο, γνωρίζοντας, βέβαια, ότι αυτός δεν πρόκειται να εφαρμοστεί με δεδομένα τα στοιχεία της ελληνικής οικονομίας και γι’ αυτό το έτος αλλά και για τα επόμενα.
Σε κάθε περίπτωση, όμως, και επειδή μιλάτε για πίεση προς την ελληνική κυβέρνηση, θα ήταν καλό σε αυτή τη δύσκολη φάση της διαπραγμάτευσης να ξεκαθαρίσει και η αντιπολίτευση ποια είναι η θέση της αναφορικά με τη διαπραγμάτευση. Θα πρέπει, δηλαδή, να σταματήσει να κρύβεται και να απαντήσει ευθαρσώς. Πιστεύει ότι πρέπει να γίνουν αποδεκτά τα μέτρα 4,5 δις; Πιστεύει ότι πρέπει να υπάρχει νομοθέτηση νέας περικοπής στις συντάξεις και νέας μείωσης του αφορολόγητου; Ή πιστεύει, άρα πρέπει να ταχθεί στο πλευρό της ελληνικής κυβέρνησης, ότι τέτοιες απαιτήσεις δεν μπορούν να γίνουν δεκτές;